
Κάποτε πολὺ παλιὰ σὲ ἕνα μοναστήρι στὸ Ὅρος, πρὶν ἀκόμα ἡ ἀνθρωπότητα μάθει τί εἶναι τὸ ἠλεκτρικὸ ρεῦμα, ἦταν μία μικρὴ ἀδελφότητα νέων κατὰ βάσει μοναχῶν μὲ τὸν Γέροντά τους, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ αὐτὸς σχετικὰ νέος. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἀδελφότητα ὑπῆρχε ὅμως καὶ ἕνας μεγάλος σὲ ἡλικία παππούλης. Ὁ παππούλης τῆς ἱστορία μας, λοιπόν, δὲν ἔλεγε ποτὲ καλημέρα καὶ περπατοῦσε πάντα μὲ κατεβασμένο τὸ βλέμμα. Ὅποτε συναντοῦσε κάποιον ἀδελφό του σταματοῦσε μπροστά του χωρὶς νὰ σηκώσει τὰ μάτια του ἀπὸ τὸ ἔδαφος καὶ κατευθίαν γυρνοῦσε τὴν πλάτη του καὶ ἄλλαζε πορεία. Δὲν πήγαινε ποτὲ στῆς Παρακλήσεις καὶ στοὺς Ἑσπερινούς. Μπορεῖ νὰ τὸν ἔβλεπαν καμιὰ φορᾶ στὸ ἀπόδειπνο μετὰ τὴν τράπεζα, ἀλλὰ θὰ ἔφευγε πρὶν τελειώσει. Μονάχα τὶς Κυριακὲς πήγαινε στὴν Λειτουργία καθυστερημένος καὶ καθόταν μέχρι νὰ τελειώσει. Ὅλοι οἱ ἀδελφοί του τὸν χαρακτήριζαν μονόχνωτο, παράξενο καὶ τὸν συκοφαντοῦσαν συνέχεια στὸν Γέροντά τους. Πολλὲς φορὲς ὁ Γέροντας μπῆκε στὸν πειρασμὸ νὰ τὸν ἐπιπλήξει γιὰ τὴν συμπεριφορὰ τοῦ αὐτή, ἀλλὰ κάθε φορᾶ κάτι τὸν σταματοῦσε καὶ τὸν δικαιολογοῦσε λέγοντας πὼς εἶναι ’’καμώματα τῆς ἡλικίας’’. Κάποια μέρα λοιπὸν...
Διαβάστε περισσότερα »
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "ῥωμεηκο ὁδοιπορικο" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »